Κάτι να πω...
Δίκοπος...
Διπλή ζωή ή ζωή διπλή, είναι το ερώτημα που έχω στο μυαλό μου τις τελευταίες μέρες. Πώς μπορεί κάποιος να περιγράψει αυτό που βιώνω, την καθημερινότητά μου;
Ζω δύο διαφορετικές ζωές, έστω την Α και την Β. Η πρώτη είναι αυτή που ξέρουν όσοι με ξέρουν καλά, τις ώρες που περνάμε, τις στιγμές που ζω μαζί τους, τις εντάσεις μας, τις χαρές μας, τις Κυριακές στο χωριό. Είναι εκείνη η ζωή που μου θυμίζει πως είμαι μέρος του συστήματος, γρανάζι στην καλοκουρδισμένη μηχανή του, βολεμένος στην δερμάτινη παχιά καρέκλα, στο ξύλινο, με μεταλλικές λεπτομέρειες, γραφείο μου.
Είναι εκείνη η ζωή που με έβαλαν από μικρό να ονειρευτώ, να αγωνιστώ να αποκτήσω, με τις σπουδές μου και τα πτυχία, κορνιζωμένα στον τοίχο πίσω μου, σαν σε κάτι κολάζ που κάνει η κόρη μου με κομμάτια εφημερίδων, που μετά την παρουσίασή τους στην τάξη της, οδεύουν προς τον κάδο ανακύκλωσης. Ό,τι με έβαλαν να αγοράσω και να καταναλώσω, τα αμέτρητα ‘‘έξυπνα αντικείμενα’’ (gadgets) που ποτέ δεν έμαθα τη χρηστικότητά τους, η αλλαγή του αυτοκινήτου μου κάθε δύο χρόνια, για να ‘‘μπαίνω’’ στο μάτι του γείτονα, η κατανάλωση ουίσκι, μόνο δώδεκα ετών και άνω…
Μα η άλλη μου ζωή, η δεύτερη, είναι αυτή που κάνω στα κρυφά, κάτω απ’ το πάπλωμά μου, με παρέες που δεν με ζουν καθημερινά, με τους διαδικτυακούς μου φίλους σε μυστικές σελίδες και ηλεκτρονικά ημερολόγια. Σ’ αυτή μου την ζωή, είμαι πυρσός της επανάστασης, της αλλαγής και της ανανέωσης. Είμαι αυτός που δεν ακολουθεί, που σκέφτεται ρηξικέλευθες ιδέες. Είμαι η πέτρα που πέφτει στην ηρεμία της λίμνης και δημιουργεί τον κυματισμό που έπεται.
Εδώ, τα λευκά και τα μαύρα τα φοράω συνειδητά, το κόκκινο στους τοίχους δεν αποτελεί νέα λέξη της μόδας αλλά επιλογή. Σ’ αυτή μου τη ζωή, η γραμμή που χωρίζει το νόμιμο απ’ το παράνομο, μετατοπίζεται ανάλογα με τις ισχύουσες συνθήκες. Εδώ, νοιώθω ελεύθερος, μακριά από τους περιορισμούς που μου θέτουν. Νοιώθω να ταξιδεύω σε μέρη που δεν μπορείς να φανταστείς, να γυρίζω μες στου μυαλού μου τους προορισμούς, χωρίς φραγμούς, εμπόδια και ηθικές δικλίδες.
Σ’ αυτή μου την ζωή, κάνω όλα εκείνα που προσπαθούσαν μεθοδευμένα να μου απαγορεύσουν, όλα όσα περιθωριοποιούσαν και κατέκριναν, εκείνα που δεν θα έπρεπε να αποτελούν κομμάτι της ‘‘ευσυνείδητης’’ ζωής μου, αυτά που προσπαθούν να εξορκίσουν με σταυρούς, θαύματα και αγιασμούς. Εδώ αγαπάω τους φόβους μου κι ερωτεύομαι τις ενοχές μου, φέρνω στη ζωή όλες τις θαμμένες πονηρές και πρόστυχες σκέψεις και φροντίζω επιμελώς να τις ταΐζω από τις εκρήξεις αδρεναλίνης και θυμού.
Μέρες τώρα είναι που κατατρέχει το μυαλό μου αυτό το ερώτημα, τι πραγματικά κάνω, ζω σε δύο διαστάσεις μπερδεύοντας το παρόν με το μέλλον, ώστε να παίρνω όσο περισσότερο μπορώ και από τα δύο, ή κάθομαι και υποκρίνομαι στον εαυτό μου, έναν ψεύτικο εαυτό; Τι πράγματι είναι αλήθεια και ποια από τις δύο εκφάνσεις της ζωής μου είναι αυτή που με γεμίζει πραγματικά; Ή μήπως η μια συμπληρώνει την άλλη ώστε στο τέλος να μπορώ να πω ότι τα έζησα όλα ή μήπως δρω έτσι από αντίδραση για το ‘‘εγώ’’ μου που ποτέ μου δεν ανακάλυψα;
Θέλω πολύ να μάθω, τι αλήθεια συμβαίνει μ’ εμένα και τον τρόπο που ζω, ή τελικά και αυτό μου το δίλημμα, είναι αποτέλεσμα της ζωής μου και κόλπο του συστήματος, ώστε να με επαναφέρει στις τάξεις του;
Ο κυρ Νίκος, ο ψαράς...
Κοιτάει πάλι στον καθρέφτη. Γι’ ακόμα μια φορά βλέπει το παρελθόν να ξεμακραίνει και το μέλλον φαντάζει σαν σήμερα όσο ποτέ άλλοτε. Βλέπει στον καθρέφτη τον δεκαοχτάρη που, χωρίς ενδοιασμούς, φραγμούς και όρια, ζει τη ζωή του δίχως αύριο. Ζει το κάθε παρόν σαν να είναι το τελευταίο του σήμερα. Είναι μοναδικό συναίσθημα κάθε μέρα, όταν κοιτάς εκεί, να ρωτάς τον εαυτό σου «Τι βλέπεις;» και να περιμένεις απάντηση. Να βλέπεις μέσα σε ένα κομμάτι γυαλί, τα πριν, τα μετά, τα έτσι, τους λόγους, τις αιτίες, τα αλλιώς, τα επειδή, αλλά απάντηση να μην παίρνεις.
Χαμογελάει ∙ είναι μια κίνηση του προσώπου που του θυμίζει πως είναι ακόμα ζωντανός. Είναι αυτή η κίνηση, που φέρνει στο μυαλό τις πιο πρόσφατες χαρούμενες στιγμές, που κινεί όλους τους μύες, που στέλνει διαφορετικές ηλεκτρικές ενοχλήσεις σε όλα τα κύτταρα. Είναι αυτή η πράξη που τον ξαναφέρνει πίσω στα εφηβικά του χρόνια, στην ηλικία που αισθάνεται.
Ο κυρ Νίκος δεν είναι ο συνηθισμένος παππούς. Ξεφεύγει απ’ τα καθιερωμένα και τα τετριμμένα, γι’ αυτόν το λόγο, δίνει πάντα αφορμή για πειράγματα στα καφενεία του νησιού. «Για πού το ‘βαλες πάλι μπάρμπα - Νίκο; Που ετοιμάζεσαι να πας αυτή τη φορά;» του έλεγαν κάθε φορά που τον συναντούσαν να περνά, οι γέροι στα καφενεία. Αυτός όμως δεν άκουγε τις ερινύες και βάδιζε πάντα το δρόμο του. Κοσμογυρισμένος, με τις δικές του φουρτούνες και θάλασσες. Τώρα είχε δέσει το δικό του κάβο πια και περίμενε ο καιρός να ξεσύρει την άγκυρα που του είχε ξεμείνει. Την άλλη την είχε χάσει πριν λίγα χρόνια, όταν έφυγε η γυναίκα του απ’ το «κακό».
Καλός άνθρωπος, φιλότιμος και νοικοκύρης, ο κυρ Νίκος, είχε χρόνια στην θάλασσα. Στην αρχή, απ’ τα γεννοφάσκια του κιόλας, ανέβαινε στο καΐκι του πατέρα του. Ξύλινο, μικρό, είχε ρίξει πλύσιμο στην κουβέρτα του… Μετά μπάρκαρε σε φορτηγό. Είχε τελειώσει τότε με το σχολειό και τα γράμματα. Στα δεκάξι του κιόλας, τα είχε παρατήσει όλα και πήγε τζόβενο στην ‘‘Αθηνά’’, ένα παλιό καρβουνιάρικο. Από τότε έχει το σημάδι στον δεξί του ώμο. Αυτό συμβαίνει πάντα με τους ναυτικούς ∙ η θάλασσα τους αφήνει το σημάδι της ‘‘αγάπης’’ της, χαραγμένο όχι μόνο στην ψυχή, αλλά και στο σώμα τους. Ήταν στο Νταρ της Αφρικής, όταν έσπασε το βίντσι και του ‘‘έγλυψε’’ την πλάτη. Σαν από θαύμα σώθηκε τότε.
Τρεις μεγάλες αγάπες είχε ∙ την κυρά του, που πιο ιερό δεν είχε, τους δυο του γιούς και το ψάρεμα. Ό,τι και να πει κανείς για να περιγράψει την αγάπη τούτου του ανθρώπου για τη γυναίκα του είναι πολύ λίγο. Κάθε πρωί και κάθε βράδυ, στην προσευχή του, παρακαλούσε το θεό του, να έχει καλά τη γυναίκα του και μετά εκείνον, τη γυναίκα του και τα παιδιά του.
Ήταν έτοιμος να φύγει. Είχε πάρει το βαλιτσάκι του, τις πετονιές του, τα πεταχτάρια, το δόλωμα και τη σπαστή καρέκλα και αφού πέρασε και από τον καθρέφτη, ήταν έτοιμος να αναχωρήσει. Αριστοκράτης σε κάτι τέτοια, να προσέξει κάθε λεπτομέρεια πριν βγει απ’ το σπίτι, τα ρούχα, τα μαλλιά, όλα. Μερακλής άνθρωπος, είχε ακόμα εκείνη τη βέσπα που ούτε κι εκείνος θυμάται από πότε, μα φάνταζε σαν καινούργια. Τι καινούργια, ντρεπόσουν να την ακουμπήσεις. Σε διπλή σακούλα τα ψαρικά, ανάμεσα στα πόδια και επόμενη στάση το αγνάντι.
Καθόταν ώρες στα βράχια, με το ραδιοφωνάκι του, την πίπα του και εκεί, να δολώνει και να μαζεύει. Τι ηρεμία αυτός ο άνθρωπος. Σου έβγαζε μια απίστευτη γαλήνη, πόσο μάλλον όταν ψάρευε. «Το ψάρι θέλει υπομονή, και όταν το ψαρεύεις, και όταν το ψήνεις, και όταν το τρως» έλεγε στον γιο του, όταν τον έπαιρνε μαζί του σαν ήταν παιδί. Μα αυτός, διάολος σκέτος, να σκαρφαλώνει σαν τον ταρζάν στα βράχια, στις πιο απόκρημνες γωνιές τους, να βουτάει από ψηλά και να νευριάζει τον πατέρα του, διώχνοντας τα ψάρια. Ό,τι κι αν του έκανε, ο κυρ Νίκος δεν είχε σηκώσει ποτέ χέρι πάνω του.
Νύχτωσε και χαμπάρι δεν πήρε πάλι. Πως περνάει έτσι αυτή η ώρα όταν κάνεις πράγματα που σ’ ευχαριστούν, ενώ μοιάζει αιώνας το κάθε λεπτό, όταν κάνεις κάτι που σε δυσαρεστεί. Για τον κυρ Νίκο πάντως, ό,τι κι αν έκανε, ο χρόνος ποτέ δεν του έφτανε. Με ό,τι καταπιάνονταν, το έκανε με αφοσίωση και περίσσιο μεράκι που όσες ώρες κι αν αφιέρωνε, του ήταν πάντα λίγες. Τι κι αν είχε πιάσει κοντά στα τρία κιλά ψάρια, δυο ροφουδάκια, μια σάλπα και ένα σκαθάρι, νόμιζε πως ακόμα δεν είχε περάσει δεκάλεπτο απ’ τη πρώτη δολωσιά. Κάθε τι μικρό που έπιανε, το ξανάριχνε στην θάλασσα. Το είχε μάθει απ’ τα ταξίδια του, κάπου στην Αφρική, πως για να γίνει μεγάλο ένα ψάρι, πρέπει να έχει μικρότερα για να φάει ή να μείνει στην θάλασσα όσο είναι μικρό. Έτσι κάνουν εκεί. Ό,τι είναι πιο μικρό απ’ το μπράτσο τους, το ξαναρίχνουν στην θάλασσα.
Είχε ψαρέψει σ’ όλο τον κόσμο, σε κάθε χώρα που είχε επισκεφτεί, σε κάθε λιμάνι, σε κάθε ράδα. Είχε δει κάθε λογής ψάρι, μέγεθος και χρώμα. Ήξερε πια, όλα τα κόλπα για να πιάνει κάθε λογής ψάρι και μαλάκιο, γιατί ρωτούσε όπου κι αν βρισκόταν τους ντόπιους, για τις διάφορες τεχνικές τους, για τα δολώματα που χρησιμοποιούσαν και γι’ άλλες τόσες λεπτομέρειες. Με θαυμαστή προσήλωση, καθόταν και τα σημείωνε σ’ ένα τετράδιο και μετά, με σχολαστικότητα, τα καθαρόγραφε στο ‘‘καλό’’ του το τετράδιο ∙ τι σχολικό κατάλοιπο και αυτό. Αν και δεν σκάμπαζε από γράμματα, ήταν φιλότιμος μαθητής και προσπαθούσε.
Μάζεψε λοιπόν τα πράγματά του, έβαλε και τα ψάρια σε μια σακούλα με λίγα παγάκια και γραμμή για να πάρει το γιο του απ’ το φροντιστήριο. Μαθητής τρίτης λυκείου, ακολουθώντας στα χνάρια του πατέρα του, ούτε κι εκείνος σκάμπαζε πολλά. Τουλάχιστον έτσι δήλωναν οι καθηγητές του ∙ τι άνθρωποι κι αυτοί. Καλό παιδί, πρόθυμο και εργατικό, έπιαναν τα χέρια του. Δούλευε με έναν μάστορα τα σαββατοκύριακα, φίλο του πατέρα του, για να του δείχνει τη δουλειά. Μικρός, σαν γεννήθηκε, οι γιατροί είπαν πως έπασχε από υδροκεφαλισμό και πως θα ήταν λίγο πιο ‘‘αργός’’ από τους συνομηλίκους του. Πολλές φορές, αυτό ήταν αιτία για πειράγματα, όπως κι αυτό το απόγευμα.
«Γιώργη, γιατί ρε φίλε δεν λύνεις καμιά άσκηση στα μαθηματικά;» «Γιατί ακόμα δεν έμαθε την πρόσθεση…», χαζογελούσαν οι συμμαθητές του την ώρα που ερχόταν ο πατέρας του. «Γιώργη!!», του φωνάζει, κι αυτός αρπάζει τη σάκα του και πηδάει στον κεραυνό. Έτσι την έλεγε τη βέσπα του πατέρα του χαϊδευτικά.
Είχαν τραβήξει πολλά, και αυτός και η γυναίκα του, για τον Γιώργη τους. Τι εξετάσεις, τι ταξίδια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για επισκέψεις σε γιατρούς, αλλά καμιά βελτίωση. Αυτοί δεν είχαν πρόβλημα, μιας και ο ‘‘πασάς’’ τους ήταν το καλύτερο δώρο που τους χάρισε η ζωή. Ήταν το αγγελούδι τους. Για εκείνον ό,τι κάνανε και για τον αδερφό του, για να μην έχουν πρόβλημα όταν εκείνοι θα φύγουν. Για να μπορεί να σταθεί στα πόδια του και να μην τον κοροϊδεύει κανείς τότε.
Ο κυρ Νίκος ήταν πολύ κουρασμένος. Έκατσε στο μπαλκόνι να αγναντέψει τη θάλασσα, να πιει το ουζάκι του και να φάει το μεζεδάκι του. Έβαλε στον γιο του να φάει το υπόλοιπο και του πρόσφερε ψωμί. Για ούζο, ούτε κουβέντα. Του απαγόρευε το αλκοόλ μπροστά του. Κάτσανε και οι δύο στο τραπέζι, ο ένας προς τα μέσα και ο άλλος προς τα έξω. Γι’ ακόμα ένα βράδυ δεν ανταλλάξανε πολλές κουβέντες. Ο Γιώργης εδώ και λίγο καιρό, ρωτούσε για τη μητέρα του, και ο κυρ Νίκος, δεν έβγαζε λέξη. Όποτε την έφερνε στον νου του, βούρκωνε, πιάνονταν η ανάσα του και αισθανόταν πως θα λυγίσει. Για να μιλήσει γι’ αυτήν, ούτε λόγος. Γι’ αυτό ο Γιώργης του κρατούσε μούτρα. Ήθελε να μάθει αν τον αγαπούσε, πως τον φώναζε και να του τραγουδήσει ένα νανούρισμα που θυμόταν μόνο το ρυθμό του.
Αφού τελείωσε ο μικρός το φαγητό, έφυγε με μια ξερή καληνύχτα και άφησε τον πατέρα του να χαζεύει τα άστρα. Γυρνούσε το βλέμμα του πότε στον Ωρίωνα, πότε στην Πούλια, πότε στην Κασσιόπη και τη μικρή Άρκτο. Μάλλον την είχε αρπάξει, γιατί είχε έναν πόνο στο στήθος απ’ την ώρα που γύρισε απ’ το ψάρεμα. Ξανανάβει το τσιμπούκι του και γυρίζει πάλι προς τον ουρανό. Κάπου σαν να θόλωσε το βλέμμα του και τ’ αστέρια άρχισαν να παίζουν το δικό τους παιχνίδι.
Άρχισαν να κρύβονται και να τρέχουν, να πηγαίνουν εδώ κι εκεί, και όλα μαζί να περιστρέφονται γύρω από ένα ίνδαλμα, εκείνο της κυράς του. Ήταν πανέμορφη, σ’ ένα αέρινο πορτοκαλί φόρεμα και τ’ άστρα, ήταν τα στρασάκια του. Σφίγγει τα δόντια και σηκώνεται απ’ την καρέκλα. Πάει δίπλα απ’ το κρεβάτι του μισοκοιμισμένου του γιού και του λέει : «Η μητέρα σου σ’ αγαπούσε, σ’ αγαπούσε πολύ, πιο πολύ και από εμένα. Εσένα και τον αδερφό σου σας είχε στην ίδια θέση με τον Άγιο Νικόλα. Ήταν αρχοντογυναίκα, ψηλή και νταρντάνα, η ωραιότερη του νησιού. Όταν περνούσε απ’ το λιμάνι, τα καστανά μαλλιά της ανέμιζαν και χάζευαν τους περαστικούς στους καφενέδες. Σε φώναζε ‘‘το αγγελούδι μου’’ και σ’ αγαπούσε με τέτοια αγάπη, όπως δεν έχει αγαπήσει ποτέ άλλη μάνα το γιο της. Και εγώ την αγαπούσα, κι εσένα σ’ αγαπώ, να το θυμάσαι αυτό. Θέλω να ξέρεις πως ό,τι κι αν συμβεί, εσύ είσαι ό,τι καλύτερο έχουν να δείξουν οι άνθρωποι στο θεό, γιατί είσαι γιος δικός μου και της μάνας σου. Να μην φοβηθείς ποτέ, κανέναν και τίποτα και ό,τι κι αν σου συμβεί, να σφίγγεις τα δόντια, να σηκώνεις το κεφάλι προς τον ουρανό, να βάζεις μπροστά τα δυο σου χέρια και να σηκώνεσαι. Να αγαπάς τον αδερφό σου και να μην χωρίσετε ποτέ. Να ξέρεις γιε μου, σ’ αγαπώ πιο πάνω κι απ’ τη ζωή μου. Αντίο…», πήρε μια βαθιά ανάσα και έφυγε…
Αντιφάσεις
Δεν ξέρω γιατί, αλλά αισθάνομαι πως πρέπει να γράψω. Νιώθω σαν να χρωστάω σε κάποιον ή να το οφείλω στον ίδιο μου τον εαυτό. Το μεγάλο θέμα μου όμως είναι ότι δεν ξέρω ούτε τι πρέπει να γράψω, μα ούτε και για ποιόν. Ν’ αρχίσω να μιλάω πάλι για μένα, καταντάει μονότονο, βαρετό, κουραστικό και εν τέλει εγωκεντρικό. Όχι δηλαδή ότι απέχει πολύ από την πραγματικότητα μιας κι ένα αίσθημα υπεροψίας το έχω.
Δεν ξέρω αν είναι σαν εμένα και οι υπόλοιποι, να αισθάνονται δηλαδή ότι έχουν ζήσει τόσα πολλά για την ηλικία τους. Νομίζω πως κάθε μέρα της ζωής μου είναι τόσο συγκλονιστική και μοναδική που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να ζήσει αυτά που εγώ έχω ζήσει. Αν κάτσεις όμως και το καλοσκεφτείς, θα παρατηρήσεις ότι κάθε άνθρωπος που έτυχε να γεννηθεί την ίδια ημέρα και ώρα με εμένα, έχει ζήσει ακριβώς τον ίδιο αριθμό ημερών με εμένα. Αν θεωρήσεις ότι κατά μέσο όρο, κοιμόμαστε το ένα τρίτο της ζωής μας, τότε έχουμε σίγουρα ζήσει ίδιο πλήθος ωρών. Αυτό σημαίνει πως δεν θα μπορούσα να ζήσω κάτι παραπάνω ή κάτι λιγότερο από αυτόν, από εσένα, από τον οποιονδήποτε.
Επιπλέον, δεδομένου ότι έχουμε ελεύθερη βούληση και την δυνατότητα να τις πραγματοποιούμε, ό,τι έχω καταφέρει, έχει καταφέρει και αυτός, ό,τι έχω επιλέξει να κάνω, έχει επιλέξει, και τέλος, ό,τι έχω αποφασίσει, έχει αποφασίσει. Σίγουρα δεν ζούμε δυο ζωές παράλληλες, τα ‘‘θέλω’’ και τα ‘‘πρέπει’’ μας διαφέρουν κατά πολύ, μα έχουμε πάρει τον ίδιο αριθμό αποφάσεων.
Για να μην γίνομαι κουραστικός, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κάποιοι, ενώ ζουν την κάθε μέρα τους, με τα προβλήματά τους, τις στιγμές χαράς και ευτυχίας αλλά και τις στιγμές πόνου, θεωρούν ότι ζουν κάτι λιγότερο ή περισσότερο από άλλους. Ότι δηλαδή κάποιες στιγμές έχουν μεγαλύτερο ειδικό βάρος από άλλες ή ότι τα προβλήματα μπορούν να συγκριθούν.
Ο καθένας μας ζει ό,τι αντέχει, κάνει ό,τι μπορεί, ονειρεύεται αυτό που επιθυμεί και προσπαθεί όσο του το επιτρέπουν οι συνθήκες. Έτσι, λοιπόν, εφόσον όλοι μας φτάνουμε στα όρια μας, εφόσον όλοι μας μοχθούμε όσο έχουμε ακόμα δύναμη εσωτερική και σωματική, είμαστε όλοι ίδιοι. Τι κι αν τα όριά μας είναι διαφορετικά; Τι κι αν διαφέρει η σωματική μας δύναμη ή η δύναμη των ‘‘θέλω’’ μας; Το πείσμα μας, μας κάνει να υπερβαίνουμε τον εαυτό μας και να κάνουμε υπεράνθρωπα πράγματα.
Έτσι, όλοι μας είμαστε ίδιοι, ίσοι απέναντι στον άλλο. Όλοι είμαστε ένα. Όλοι, ανεξαρτήτως χρώματος, εθνικότητας, ηλικίας, οικονομικής κατάστασης, καταγωγής, δεν διαφέρουμε από τους άλλους. Τότε γιατί υπάρχουν αυτές οι αντιθέσεις; Γιατί υπάρχει αυτή η εκμετάλλευση; Γιατί υπάρχει αυτός ο πόνος και η μιζέρια; Είναι ερωτήσεις που δεν κατάφερα ποτέ να απαντήσω και πλέον έχω πάψει ν’ αναρωτιέμαι, να ψάχνομαι και να ψάχνω να βρω απαντήσεις που να δικαιολογούν επαρκώς τέτοια φαινόμενα. Έχω πάψει πλέον να ελπίζω σε κάτι καλύτερο.
Τι τραγικό, στα είκοσι έξι μου να έχω χάσει την ελπίδα. Τι ειρωνεία, ένας νέος άνθρωπος, που θα έπρεπε να είναι γεμάτος όνειρα, ψυχική δύναμη για να κάνει την ανατροπή, γεμάτος ελπίδα και πάθος για το αύριο κυνηγώντας το όνειρό του, να πιστεύει μόνο στο σήμερα, να συμβιβάζεται με την υπάρχουσα κατάσταση και να έχει την δύναμη μόνο να σηκωθεί γι’ ακόμα μια μέρα από το κρεβάτι. Αλήθεια, δεν πιστεύω πως είμαι ο μόνος, ούτε και πως θα μείνω έτσι για πάντα.
Αλήθεια, τι μπορεί να γίνει αν όλοι όσοι αισθανόμαστε το ίδιο (και δεν είμαστε αμελητέα ποσότητα) ξεσηκωθούμε ξαφνικά, σαν πυροτέχνημα, αναζητώντας την ελπίδα για το αύριο ή ακόμα χειρότερα, απαιτώντας τα χαμένα μας «χθες»; Τι μπορεί να γίνει τότε, που όλοι εμείς που δεν έχουμε ούτε να χάσουμε κάτι μα ούτε και να κερδίσουμε, υψώσουμε το ανάστημά μας; Ποιες θα είναι οι κοινωνικές επιπτώσεις αν όλοι όσοι δεν φοβόμαστε να χάσουμε κάτι απ’ αυτά που έχουμε ή να κερδίσουμε κάτι απ’ αυτά που δικαιούμαστε, τα διεκδικήσουμε; Ρωτάω όλα αυτά γιατί θυμάμαι μια φράση που άκουσα κάποτε, ότι δηλαδή «το χειρότερο θηρίο, είναι ο άνθρωπος χωρίς ενδοιασμούς, αυτός που δεν ελπίζει σε κάτι καλύτερο ή χειρότερο, αυτός που δεν έχει ούτε να χάσει, ούτε να κερδίσει κάτι, αυτός που δεν φοβάται, ο αδίστακτος». Γιατί, όπως είπε και ο Καζαντζάκης, «Δεν φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι ελεύθερος.».
Και κάπως έτσι ξεκινούν οι επαναστάσεις, από ανθρώπους μικρούς, από ανθρώπους ανήμπορους και ξεγραμμένους, με μόνο όπλο, τη δύναμη της ψυχής . Όλη η ενέργεια τους, ενώνεται σαν μια τεράστια πύρινη μπάλα και καταπνίγει στις φλόγες της ό,τι τολμήσει να μπει στο δρόμο της.
Τώρα θα πει κανείς, πως από αλλού ξεκίνησα και αλλού έχω φτάσει. Κι όμως, όλα έχουν το λόγο τους, το λόγο που δημιουργήθηκαν και υπάρχουν. Μπορεί άμεσα να μην μπορούμε να τον καταλάβουμε, αλλά σίγουρα θα φανεί κάποια στιγμή. Έτσι λοιπόν, θεωρώ πως πλέον είμαι σε μια περίοδο της ζωής μου, που είμαι ελεύθερος, ξεκομμένος από εμπάθειες, αντιπάθειες και προκαταλήψεις, ολοκληρωμένος από ό,τι έχω ήδη ζήσει και έχω καταφέρει, δίχως το αίσθημα μετάνοιας, χωρίς να χρωστάω συγγνώμη σε κάποιον άλλο πέρα του εαυτού μου. Μια συγγνώμη που ποτέ δεν θα πω, μια συγγνώμη που ποτέ δεν θα δεχτώ, μια συγγνώμη που ποτέ δεν θα ζητήσω, μια συγγνώμη που θα απαιτήσω.
Υ.Γ. Έρχεται ιστοριούλα, σαν το προηγούμενο…
twitter - worldle
Είναι της μόδας όλοι μας να έχουμε πέρα του κοινωνικού μας και καθημερινού προφίλ, και δικτυακά προφίλ, μερικά εκ των οποίων είναι τα myspace, facebook, twitter κ.α..
Όντας λοιπόν και εγώ ενεργός δικτυακός πολίτης, διαθέτο και τα ανάλογα προφίλ. Το ποιο σημαντικό για εμένα, δεν είναι ούτε το πως ούτε το γιατί οδηγηθήκαμε εδώ, να μην μας αρκεί δηλαδή το κοινωνικό μας προφίλ, άντε και κανένα δύο - τρία ακόμα που χρησιμοποιούμε (δηλαδή αυτό στην εργασία μας, αυτό την ώρα που οδηγούμε και αυτό που φλερτάρουμε), μιας και κάτι παρόμοιο έχω αναπτύξει σε αυτό το post αλλά το γιατί και τι πραγματικά μας απασχολεί και μας ενδιαφέρει στα άλλα μας προφίλ.
Ένας τρόπος να το μελετήσουμε αυτό είναι μέσα απ' το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούμε, εμφανίζοντας πιο έντονα τις λέξεις εκείνες που χρησιμοποιούμε συχνότερα από τις άλλες.
Ένα παράδειγμα για το δικό μου προφίλ στο twitter, είναι αυτό :
στο οποίο οι λέξεις που εμφανίζονται ποιο έντονα, πραγματικά με αντιπροσωπεύουν και με ενδιαφέρουν.
Μπορείτε και εσείς να δείτε σε μία απλή απεικόνιση ποιες λέξεις χρησιμοποιείτε περισσότερο και αν είναι όντος αυτά που σας εκφράζουν. Ακολουθήστε τις οδηγίες που περιγράφονται εδώ. Είναι αρκετά απλό αλλά θέλει λίγο χρόνο...
Σαν μπερδεμένες σκέψεις, σε ρωτώ..
Έχω και πάλι όρεξη να γράψω, να αποτυπώσω σε λέξεις τις μπερδεμένες σκέψεις που καταπνίγουν το μυαλό μου. Mπορώ ώρες να μιλάω για κάτι άχρηστο και ανούσιο, για κάτι σύνθετο και κοινό, για οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτά που νοιώθω. Το παθαίνω συχνά, όταν είμαι ερωτευμένος, να μην μου φτάνει ο χρόνος να περιγράψω ότι νοιώθω, να μην προλαβαίνω να τα πω με λίγες λέξεις, να κουράζω.
Λέτε πως έχω φαντασία και ικανότητα να μιλάω στην ψυχή, μα πάντα φαντάζομαι πράγματα που δεν υπάρχουν, συναισθήματα που δεν αισθάνθηκαν και νοήματα ανόητα. Ζαλίζομαι, κουράζομαι και δυσανασχετώ. Νομίζω πως ότι έχω την δυνατότητα να αγγίζω, να ακουμπώ, να νοιώθω με τις πέντε μου αισθήσεις, μου ανήκει, πως είναι κτήμα μου. Πάντα ο ίδιος, εγωιστής και υποκριτής, και τώρα απολογούμαι για τα λάθη που έκανα, που θα κάνω και αύριο, για τα μαθήματα που ποτέ δεν έμαθα.
Εχω την ανάγκη να μιλήσω, να σου πω τις πιο κρυφές και ιδιαίτερες μου σκέψεις, ότι φαντάζομαι και ότι σκέφτομαι, όσο εσύ έχεις γυρισμένο το βλέμμα σου στον πλανόδιο με τα λουλούδια. Κάθε γωνία και κάθε καμπύλη του προσώπου σου με ενοχλεί. Με ενοχλεί το πως μασάς το μαρούλι και πως πιάνεις το ποτήρι του καφέ με το αριστερό σου χέρι. Με τσαντίζει όταν γέρνεις το κεφάλι προς τα δεξιά, θέλοντας να με κάνεις να νομίζω πως με παρακολουθείς και πως ενδιαφέρεσαι για τις μαλακίες που λέω. Δεν νοιώθω τίποτα όταν μου τρίβεις με την γόβα σου την γάμπα μου, μα προσποιούμαι πως σε αγαπώ και πως σε θέλω. Τρυφερό θεωρώ το να μου χαϊδεύεις τον λοβό του δεξιού μου αυτιού και όχι να με λες χοντρούλη μου.
Όλα αυτά είναι πολλά από αυτά που θέλω να πω, να εκφράσω και να σου δείξω μα γι ακόμα ένα βράδυ θα σιωπήσω. Θα αφήσω αυτό που λες "την αγάπη μας" να γεμίσει το γεμάτο καπνό, υγρασία και ηδονή δωμάτιο. Θα σιωπήσω και το κεφάλι θα γύρω στα αριστερά, να πιάσω την μπύρα που μισοχύθηκε το πάτωμα. Ποιος νοιάζεται, αύριο είναι μια άλλη μέρα, μια νέα αρχή στην πορεία της σχέσης μας. Ένα νέο τουβλάκι ντόμινο που προστίθεται στην σειρά, κατασκευάζοντας, ποιος ξέρει, το δικό μας ρεκόρ.
Μα σαν κάθε άλλο συναρπαστικό και γεμάτο αγωνία παιχνίδι, κάποιο τουβλάκι που δεν στέκεται καλά, θα γύρει και θα ρίξει το προηγούμενο και εκείνο με την σειρά του το αμέσως προηγούμενο και ούτω καθ εξής, ώσπου ή κάποιος να σταματήσει αυτή την καταστροφική πορεία της φύσης, ή να το παρατηρούμε μαχόμενοι να γκρεμίζεται. Τι θεαματικό, τόση ενέργεια να εκλύεται σε λίγα δευτερόλεπτα, να σχάζει σαν σε πυρηνικό αντιδραστήρα και να καταπνίγει κάθε μορφή ζωής στο πέρασμά της.
Και εμείς εκεί, να δίνουμε τις δικές μας εξηγήσεις πάνω από τα ερείπια. κάποιος πάντα προσπαθεί να τα ξανακτίσει πάντα ο άλλος, παλεύει να τα διαλύσει. Πάντα νοιώθω κουρασμένος μετά από κάθε μας σύγκρουση. Είναι όπως όταν βγαίνω ηττημένος από το ρινγκ, γεμάτος μώλωπες και πληγές, με μια ψυχολογία κουρέλια μα με ένα μυαλό πεντακάθαρο, όπως στην ακτή, όταν σωπαίνει η τρικυμία. Είμαι μια παραλία γεμάτη φύκια και κομμάτια από τα σπασμένα ξύλινά μας καράβια, που η άγκυρες τους δεν τα κράτησαν για να μην ξεσύρουν...
Σε αγαπώ, αλλά μου είναι δύσκολο να το νοιώσω... ...μου είναι όμως εύκολο να στο πω...
{...ενυπόγραφο...}
Τουρισμός στην Ελλάδα... {κουλά!!}
Τα κουλά, είναι μέρος της καθημερινότητας μας. Στην καθημερινή περιπέτεια μας, λοιπόν, για επιβίωση, μας συμβαίνουν διάφορα κουλά, ανεξήγητα γεγονότα, τέτοια που τα όρια της λογικής, δεν φτάνουν για να περιγράψουν αυτό που ζούμε.
Είμαι λοιπόν τις τελευταίες μέρες, για διακοπές σε έναν κρυφό προορισμό, εντός Ελλάδος. Την πρώτη μέρα λοιπόν, η μητέρα μου ρώτησε την "ρεσεψιονίστ" για το που μπορούμε να πάμε και τι μπορούμε να δούμε, ποια χωριά αξίζει να επισκεφτούμε και τι πρέπει να προσέξουμε σε αυτά.
Έτσι λοιπόν, ακολουθώντας τις συμβουλές της ειδικού, πήραμε τον δρόμο για το πρώτο χωριό. Έπρεπε λοιπόν εκεί, να επισκεφτούμε το πολιτιστικό κέντρο και να παρακολουθήσουμε την ξενάγηση της υπευθύνου. Έπρεπε όμως να είμαστε εκεί νωρίς γιατί το πολιτιστικό κέντρο έκλεινε στις 13:00 (δημόσιο σου λέει μετά) και θα μας έπαιρνε ένα δυωράκι.
Κάναμε λοιπόν ότι μας είπε και έτσι, 9:00 νταν, ήμασταν στην πόρτα. Πάει 9:30 και ακόμα η κοπέλα δεν είχε έρθει. Πήγα λοιπόν να ρωτήσω μια γειτόνισσα για το αν σήμερα είναι κλειστό ή για το πότε ανοίγει. Η απάντηση : "Παλικάρι μου, αυτή δουλεύει στην πόλη. Το ανοίγει μόνο το Σαββατοκύριακο, στις γιορτές και κατά την διάρκεια του καλοκαιριού. Τσάμπα ήρθατε."
Δεν το άφησα έτσι λοιπόν. Πήγα στο καφενείο του χωριού και ρώτησα τι άλλο μπορούμε να δούμε και αν η συγκεκριμένη κοπέλα είναι υπάλληλος δημοσίου ή την πληρώνει το πολιτιστικό κέντρο. Η απάντηση : "Κοίτα παιδί μου, μονάχα το πολιτιστικό μπορείτε να δείτε. Είναι και οι εκκλησίες αλλά τις έχουν κλειδωμένες. Όσο για την κοπέλα, καλή κοπέλα είναι. Είναι από τζάκι. Έχει δικό της μαγαζί μαζί με τον αδερφό της και όποτε θέλει, έρχεται και ανοίγει και το πολιτιστικό. Δεν την αγγίζει κανείς γιατί ο πατέρας της είναι ο Δήμαρχος."
Φύγαμε λοιπόν για να πάμε σε ένα γειτονικό χωριό, που θα βλέπαμε ένα λαογραφικό μουσείο, την κεντρική εκκλησία του χωριού, που είχε ένα πανέμορφο τέμπλο καθώς επίσης, θα έπρεπε να κάνουμε βόλτα στα πέτρινα σοκάκια του χωριού. Τελικά, δεν κάναμε τίποτα, γιατί δεν ανανεώθηκε η σύμβαση του υπαλλήλου του λαογραφικού, οι εκκλησίες ήταν και εκεί κλειδωμένες και τα πέτρινα σοκάκια ήταν μόλις 120 μέτρα μήκος, γιατί τα υπόλοιπα, θα τα φτιάξουν μέχρι το καλοκαίρι.
Έτσι λοιπόν φύγαμε για να πάμε στον τελευταίο προορισμό για εκείνη την μέρα. Η ώρα ήταν μόλις 10:30 και πηγαίναμε σε μια καφετέρια που πραγματικά είχε απίστευτη θέα. Μπήκαμε λοιπόν μέσα και κάτσαμε κοντά στο παράθυρο. Η θέα μαγευτική, να σου κόβει την ανάσα. Μια καφετέρια, στην κόψη ενός βράχου, γύρω στα 400 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας και με μία οπτική γωνία, μεγαλύτερη των 180 μοιρών. Φανταστείτε λοιπόν να είστε σε έναν πανέμορφο κόλπο, στην δεξιά μεριά του, 400 μ. πάνω απ΄την θάλασσα, έχοντας την οπτική της παραλίας που κλίνεται στον κόλπο και του ανοιχτού πελάγους.
Μετά από 15 λεπτά αναμονής και χωρίς να έχουμε δει κάποιο σερβιτόρο η΄έστω κάποιο άνθρωπο, είπα να κοιτάξω απέξω μπας και βρω κάποιον αν ρωτήσω. Βρίσκω λοιπόν μια γιαγιά, λίγο ευτραφή και αφού της ρωτάω που μπορούμε να παραγγείλουμε, λαμβάνει χώρα ο εξής απίθανος διάλογος :
- Γεια σας. Μπορούμε να παραγγείλουμε κάπου;
- Το παιδί που το λειτουργεί, λείπει.
- Είστε οι μητέρα του; Μήπως μπορείτε να μας κάνετε εσείς δυο ελληνικούς;
- Παιδί μου είναι αλλά δεν μπορώ να σας κάνω καφέ.
- Α, οκ. Να φύγουμε δηλαδή;
- Ναι, να φύγετε, να φύγετε...
- Ωραία, ευχαριστώ πολύ...
- Να σε καλά...
Μετά από αυτό, δεν περιγράφω άλλο... Απλά θα σας αφιερώσω το επόμενο τραγούδι...
When Yiannis decided to go in Tanzania…(part 4)
I'm again in Dubai, it's my connection flighting destination, but this time, it's for the way back. It's raining outside and it's 6:00 am local time. One more of my adventures, is coming to it's end. This isn't so bad, if you consider that every end, is a beginning of something else. The main difference this time is that I believe that this trip in Tanzania, was the best gift I ever gave to myself.
I promised to my friend Zazu that I 'll write this post in English, but right now, it's so difficult for me to describe my experience in any language. Everything was so unique and so special. From the very first moment I was there, small little problems were coming to my way but I overpassed them all and these small problems, made my trip so great.
The whole story started when I had some money and some time, and I wanted to spent them both. I found the destination, I booked the tickets and after that, I send a mail to my friend if he has some space to his house to host me. I really cannot think what would have happen if he had gave me a negative answer.
Everything was so great to this trip. I lived in a great house with Zazu's parents. They treated me like I their own child. I 'm so grateful to those people because they made me feel like home. Moreover, Zazu made his best to make my stay there, an unforgettable experience.
I would like to start with my first weekend there but it 'll be a big mistake if I don't mention that they send a driver that was speaking Greek to pick me up from the airport. Can you imagine the feeling of going to Africa, after a two days trip and more that nine hours in a couple of planes, trying to sleep in a airport's terminal, facing bureaucracy for your visa and spending more than an hour for that, when everyone took it in ten minutes, and wanting so desperately to see your friend and to feel safe? A came out of the final door, stinking like a trash can, facing a really warm environment with high humidity, full of colored taxi drivers asking me if I wanted a taxi, and instead of facing my friend or his father, I heard somebody looking for me and speaking in Greek.
Everyday there had it's strange part. I cannot forget the day that I brought a huge 15 l. bottle of water caring it on my shoulders and walking in the rain, in a country rood with no asphalt and full of small lakes. Everyone was laughing at me! I cannot forget also the other day, that I was coming again back home, with two big bags full of staff and it was raining so hard that even my underwear was totally wet. That day, I couldn't walk with my flip flops so I took them out and I tried to walk with my bare foot, without any difference. I remember that a guy called me to share a peace of roof. It was less than a square meter and we fitted there seven people. We were squeezed like the sardines in their can.
It 'll sound crazy but during my stay there, I crashed a wedding, a baptist ceremony, an engagement and the best of all, a women bachelor party. I had also the luck to be caught by a Tanzanian soldier and he forced me to ware hand-cops. It was the first time in my life that I was waring hand-cops for not a kinky reason. An other day, in Zanzibar, I was close to go to the court for a taxi driver that cheated us, but here, braiding is the rule, not the exception. These are some of the crazy things that I 've done there the last two weeks.
Coming to the end of my post and the end of my adventure, I wish I had more days to spent there. I also wish, this won't be the last time I 'm visiting Africa and I hope, people to give it a chance and choose to go for vacations in countries that are not so famous. I also hope everyone to take more seriously Africa's problem. Africa is a blessed continent, full of recourses but with the bad luck that foreigners own them and control their market. The people there are happy with their life because they don't have to care for so many things as we do. Those people there have really found the main reason to live, the true meaning of life, and they really enjoy it.
When Yiannis decided to go in Tanzania…(part 3)
Είναι από τις λίγες φορές στην ζωή μου που έχω ζήσει τόσες πολλές και έντονες εμπειρίες σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα. Εάν κάποιος με ρωτούσε αν θα ήθελα να ξαναζήσω το ίδιο ταξίδι ή να πήγαινα σε κάποιο άλλο μέρος, με περισσότερες ανέσεις και ευκολίες, σίγουρα θα επέλεγα την Τανζανία ξανά. Με τις αναποδιές του, τις κακοτυχίες του, αλλά και τις μοναδικές και ανεπανάληπτες εμπειρίες που μου χάρισε, η Τανζανία είναι ένα μέρος που θα μείνει χαραγμένο στην μνήμη μου για πολύ καιρό.
Εδώ μένω σε ένα συγκρότημα κατοικιών για τα στελέχη μιας εταιρίας, που καλύπτει τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Μεγάλα δωμάτια, δωμάτιο καλεσμένων, σαλονοτραπεζαρία, κήπος, ηλεκτρισμός και ίντερνετ σε εικοσιτετράωρη βάση, νερό με συνεχή ροή από την παροχή του δήμου, είναι λίγα από τα χαρακτηριστικά του σπιτιού, που το κάνουν να διαφέρει κατά πολύ από τα εδώ δεδομένα. Μερικές από τις επιπλέον υπηρεσίες που παρέχονται με την ενοικίαση του σπιτιού και την δουλειά σου εδώ, είναι η οικιακή βοηθός, ο κηπουρός, ο φροντιστής του σπιτιού και ο προσωπικός οδηγός.
Οι συνθήκες ζωής σε σχέση με τις δικές μας, είναι άθλιες. Βρομιά, σκουπίδια στους δρόμους και χωμάτινοι ,μες τις λάσπες, δρόμοι, είναι λίγα από αυτά που θα συναντήσει κάποιος εδώ. Όμως, όποιον και να ρωτήσεις, δεν του λείπει κάτι, δεν διασκεδάζει λιγότερο από εμάς, και δεν ζει μια πιο μίζερη ζωή από ότι εμείς. Αυτό μπορείς πολύ εύκολα να το διαπιστώσεις όταν προσπαθήσεις να προσαρμοστείς στον τρόπο ζωή τους και να ζήσεις όπως ζουν.
Δεν είναι ανάγκη να φορέσεις τα ρούχα τους {φόρεμα για τις γυναίκες και ένα κομμάτι ύφασμα τυλιγμένο γύρω από το σώμα για τους άντρες}, ούτε να τρως μόνο το φαγητό τους {σε δίσκο που φέρνει λίγο από φυλακής ή συσσιτίου, λίγο κρέας κοκκινιστό, λίγα φασόλια, λίγα χόρτα και πολύ αλεύρι αναμειγμένο με νερό} για να κατανοήσεις τον τρόπο ζωής τους. Πρέπει να δεις τι κρύβετε από πίσω, την παράδοσή τους, την ιδιοσυγκρασία τους, την παιδεία τους, το επίπεδο της εκπαίδευσης που έχουν λάβει, το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσαν καθώς επίσης τα ήθη και έθιμά τους.
Ζώντας λοιπόν, όσο μπορώ, λίγο από την καθημερινότητά τους και κάνοντας ότι κάνουν διαπίστωσα ότι, ούτε τα σκουπίδια των δρόμων με ενδιέφεραν, ούτε οι λάσπες, ούτε το αν έκανα μπάνιο δύο φορές την βδομάδα, ούτε αν φορούσα τα ίδια ρούχα για μια βδομάδα, ούτε αν θα περπατήσω δύο χιλιόμετρα για να πάω στο κοντινό παζάρι να αγοράσω τρόφιμα και γενικά δεν με ενδιέφερε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο, από το να επιβιώσω, να κουβεντιάζω όσο μπορώ, να χορεύω και να διασκεδάζω την κάθε στιγμή.
Εδώ λοιπόν, οι ντόπιοι, προσπαθούν να βγάλουν τα καθημερινά έξοδά τους, πουλώντας μικροπράγματα εδώ και εκεί, πουλώντας νερά και κομμάτια ζαχαροκάλαμου στις στάσεις λεωφορείων, μπανάνες και ξηρούς καρπούς σε πλατείες και φανάρια και γενικά, πουλώντας μικροπράγματα όπως κάνουν και στην χώρα μας πολλοί συνάνθρωποί μας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός ξεναγού που μετά από τέσσερις ώρες ξενάγησης σε κάποιο χωριό, μας κάλεσε στο κατάλυμά του για να πιούμε μια μπύρα στην πίσω αυλή. Αφού του δώσαμε δώδεκα ευρώ και μας χιλιοευχαρίστησε, έφυγε. Μετά από δεκαπέντε λεπτά που επέστρεψε, μας είπε πως αγόρασε με τα χρήματα που του δώσαμε, αναψυκτικά για να τα πουλήσει και να βγάλει μεγαλύτερο κέρδος.
Θέλω να τελειώσω εδώ αυτό το κειμενάκι και να σας παραθέσω μερικές εικόνες. Σε λίγες μέρες που θα γυρίσω Ελλάδα, θα γράψω ένα ολοκληρωμένο κείμενο. Μέχρι τότε, καλή ανάσταση και καλά να περάσετε το Πάσχα.
Edit : Δυστυχώς, οι φωτογραφίες δεν θέλουν να ανεβούν ούτε από την Τανζανία, ούτε από τα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ας ελπίσουμε πως θα θέλουν να ανεβούν από την Ελλάδα.