2

Why never to ask favours from the designer

Story goes :
Shannon (the secretary) has lost her cat and has asked David (the graphic designer) to help with a lost poster. This is their email correspondence...
Read from top to bottom….


From: Shannon Walkley
Date: Monday 21 June 2010 9.15am
To: David Thorne
Subject: Poster
Hi
I opened the screen door yesterday and my cat got out and has been missing since then so I was wondering if you are not to busy you could make a poster for
me. It has to be A4 and I will photocopy it and put it around my suburb this afternoon.




This is the only photo of her I have she answers to the name Missy and is black and white and about 8 months old. missing on Harper street and my phone number.
Thanks Shan.






From:David Thorne
Date: Monday 21 June 2010 9.26am
To: Shannon Walkley
Subject: Re: Poster

Dear Shannon,
That is shocking news.
Although I have two clients expecting completed work this afternoon, I will, of course, drop everything and do whatever it takes to facilitate the speedy return of
Missy.
Regards, David.





From: Shannon Walkley
Date: Monday 21 June 2010 9.37am
To: David Thorne
Subject: Re: Re: Poster

yeah ok thanks. I know you dont like cats but I am really worried about mine. I have to leave at 1pm today.





From: David Thorne
Date: Monday 21 June 2010 10.17am
To: Shannon Walkley
Subject: Re: Re: Re: Poster
Dear Shannon,
I never said I don't like cats. Attached poster as requested.
Regards, David.










From: Shannon Walkley
Date: Monday 21 June 2010 10.24am
To: David Thorne
Subject: Re: Re: Re: Re: Poster
yeah thats not what I was looking for at all. it looks like a movie and how come the photo of Missy is so small?






From: David Thorne
Date: Monday 21 June 2010 10.28am
To: Shannon Walkley
Subject: Re: Re: Re: Re: Poster
Dear Shannon,
It's a design thing. The cat is lost in the negative space.
Regards, David.





From: Shannon Walkley
Date: Monday 21 June 2010 10.33am
To: David Thorne
Subject: Re: Re: Re: Re: Re: Poster
Thats just stupid. Can you do it properly please? I am extremely emotional over this and was up all night in tears. you seem to think it is funny. Can you make
the photo bigger please and fix the text and do it in colour please. Thanks.







From: David Thorne
Date: Monday 21 June 2010 10.46am
To: Shannon Walkley
Subject: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Poster

Dear Shannon,
Having worked with designers for a few years now, I would have assumed you understood, despite our vague suggestions otherwise, we do not welcomeconstructive criticism. I don't come downstairs and tell you how to send text messages, log onto Facebook and look out of the window. I have amended andattached the poster as per your instructions.
Regards, David.









From: Shannon Walkley
Date: Monday 21 June 2010 10.59am
To: David Thorne
Subject: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Poster
This is worse than the other one. can you make it so it shows the whole photo of Missy and delete the stupid text that says missing missy off it? I just want it to
say Lost.




From: David Thorne
Date: Monday 21 June 2010 11.14am
To: Shannon Walkley
Subject: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Poster








From: Shannon Walkley
Date: Monday 21 June 2010 11.21am
To: David Thorne
Subject: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Poster
yeah can you do the poster or not? I just want a photo and the word lost and the telephone number and when and where she was lost and her name. Not like a
movie poster or anything stupid. I have to leave early today. If it was your cat I would help you. Thanks.





From: David Thorne
Date: Monday 21 June 2010 11.32am
To: Shannon Walkley
Subject: Awww
Dear Shannon,
I don't have a cat. I once agreed to look after a friend's cat for a week but after he dropped it off at my apartment and explained the concept of kitty litter. I
have attached the amended version of your poster as per your detailed instructions.
Regards, David.






From: Shannon Walkley
Date: Monday 21 June 2010 11.47am
To: David Thorne
Subject: Re: Awww
Thats not my cat. where did you get that picture from? That cat is orange. I gave you a photo of my cat.






From: David Thorne
Date: Monday 21 June 2010 11.58am
To: Shannon Walkley
Subject: Re: Re: Awww
I know, but that one is cute. As Missy has quite possibly met any one of several violent ends, it is possible you might get a better cat out of this. If anybody calls
and says "I haven't seen your orange cat but I did find a black and white one with its hind legs run over by a car, do you want it?" you can politely decline and
save yourself a costly veterinarian bill.
Regards, David.






From: Shannon Walkley
Date: Monday 21 June 2010 12.07pm
To: David Thorne
Subject: Re: Re: Re: Awww

Please just use the photo I gave you.






From: David Thorne
Date: Monday 21 June 2010 12.22pm
To: Shannon Walkley
Subject: Re: Re: Re: Re: Awww








From: Shannon Walkley
Date: Monday 21 June 2010 12.34pm
To: David Thorne
Subject: Re: Re: Re: Re: Re: Awww
I didnt say there was a reward. I dont have $2000 dollars. What did you even put that there for? Apart from that it is perfect can you please remove the reward
bit. Thanks Shan.






From: David Thorne
Date: Monday 21 June 2010 12.42pm
To: Shannon Walkley
Subject: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Awww







From: Shannon Walkley
Date: Monday 21 June 2010 12.51pm
To: David Thorne
Subject: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Awww

Can you just please take the reward bit off altogether? I have to leave in ten minutes and I still have to make photocopies of it.





From: David Thorne
Date: Monday 21 June 2010 12.56pm
To: Shannon Walkley
Subject: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Awww







From: Shannon Walkley
Date: Monday 21 June 2010 1.03pm
To: David Thorne
Subject: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Re: Awww
 Fine. That will have to do.



0

Δίκοπος...

Διπλή ζωή ή ζωή διπλή, είναι το ερώτημα που έχω στο μυαλό μου τις τελευταίες μέρες. Πώς μπορεί κάποιος να περιγράψει αυτό που βιώνω, την καθημερινότητά μου;

Ζω δύο διαφορετικές ζωές, έστω την Α και την Β. Η πρώτη είναι αυτή που ξέρουν όσοι με ξέρουν καλά, τις ώρες που περνάμε, τις στιγμές που ζω μαζί τους, τις εντάσεις μας, τις χαρές μας, τις Κυριακές στο χωριό. Είναι εκείνη η ζωή που μου θυμίζει πως είμαι μέρος του συστήματος, γρανάζι στην καλοκουρδισμένη μηχανή του, βολεμένος στην δερμάτινη παχιά καρέκλα, στο ξύλινο, με μεταλλικές λεπτομέρειες, γραφείο μου.

Είναι εκείνη η ζωή που με έβαλαν από μικρό να ονειρευτώ, να αγωνιστώ να αποκτήσω, με τις σπουδές μου και τα πτυχία, κορνιζωμένα στον τοίχο πίσω μου, σαν σε κάτι κολάζ που κάνει η κόρη μου με κομμάτια εφημερίδων, που μετά την παρουσίασή τους στην τάξη της, οδεύουν προς τον κάδο ανακύκλωσης. Ό,τι με έβαλαν να αγοράσω και να καταναλώσω, τα αμέτρητα ‘‘έξυπνα αντικείμενα’’ (gadgets) που ποτέ δεν έμαθα τη χρηστικότητά τους, η αλλαγή του αυτοκινήτου μου κάθε δύο χρόνια, για να ‘‘μπαίνω’’ στο μάτι του γείτονα, η κατανάλωση ουίσκι, μόνο δώδεκα ετών και άνω…

Μα η άλλη μου ζωή, η δεύτερη, είναι αυτή που κάνω στα κρυφά, κάτω απ’ το πάπλωμά μου, με παρέες που δεν με ζουν καθημερινά, με τους διαδικτυακούς μου φίλους σε μυστικές σελίδες και ηλεκτρονικά ημερολόγια. Σ’ αυτή μου την ζωή, είμαι πυρσός της επανάστασης, της αλλαγής και της ανανέωσης. Είμαι αυτός που δεν ακολουθεί, που σκέφτεται ρηξικέλευθες ιδέες. Είμαι η πέτρα που πέφτει στην ηρεμία της λίμνης και δημιουργεί τον κυματισμό που έπεται.

Εδώ, τα λευκά και τα μαύρα τα φοράω συνειδητά, το κόκκινο στους τοίχους δεν αποτελεί νέα λέξη της μόδας αλλά επιλογή. Σ’ αυτή μου τη ζωή, η γραμμή που χωρίζει το νόμιμο απ’ το παράνομο, μετατοπίζεται ανάλογα με τις ισχύουσες συνθήκες. Εδώ, νοιώθω ελεύθερος, μακριά από τους περιορισμούς που μου θέτουν. Νοιώθω να ταξιδεύω σε μέρη που δεν μπορείς να φανταστείς, να γυρίζω μες στου μυαλού μου τους προορισμούς, χωρίς φραγμούς, εμπόδια και ηθικές δικλίδες.

Σ’ αυτή μου την ζωή, κάνω όλα εκείνα που προσπαθούσαν μεθοδευμένα να μου απαγορεύσουν, όλα όσα περιθωριοποιούσαν και κατέκριναν, εκείνα που δεν θα έπρεπε να αποτελούν κομμάτι της ‘‘ευσυνείδητης’’ ζωής μου, αυτά που προσπαθούν να εξορκίσουν με σταυρούς, θαύματα και αγιασμούς. Εδώ αγαπάω τους φόβους μου κι ερωτεύομαι τις ενοχές μου, φέρνω στη ζωή όλες τις θαμμένες πονηρές και πρόστυχες σκέψεις και φροντίζω επιμελώς να τις ταΐζω από τις εκρήξεις αδρεναλίνης και θυμού.

Μέρες τώρα είναι που κατατρέχει το μυαλό μου αυτό το ερώτημα, τι πραγματικά κάνω, ζω σε δύο διαστάσεις μπερδεύοντας το παρόν με το μέλλον, ώστε να παίρνω όσο περισσότερο μπορώ και από τα δύο, ή κάθομαι και υποκρίνομαι στον εαυτό μου, έναν ψεύτικο εαυτό; Τι πράγματι είναι αλήθεια και ποια από τις δύο εκφάνσεις της ζωής μου είναι αυτή που με γεμίζει πραγματικά; Ή μήπως η μια συμπληρώνει την άλλη ώστε στο τέλος να μπορώ να πω ότι τα έζησα όλα ή μήπως δρω έτσι από αντίδραση για το ‘‘εγώ’’ μου που ποτέ μου δεν ανακάλυψα;

Θέλω πολύ να μάθω, τι αλήθεια συμβαίνει μ’ εμένα και τον τρόπο που ζω, ή τελικά και αυτό μου το δίλημμα, είναι αποτέλεσμα της ζωής μου και κόλπο του συστήματος, ώστε να με επαναφέρει στις τάξεις του;



0

Ο κυρ Νίκος, ο ψαράς...

Κοιτάει πάλι στον καθρέφτη. Γι’ ακόμα μια φορά βλέπει το παρελθόν να ξεμακραίνει και το μέλλον φαντάζει σαν σήμερα όσο ποτέ άλλοτε. Βλέπει στον καθρέφτη τον δεκαοχτάρη που, χωρίς ενδοιασμούς, φραγμούς και όρια, ζει τη ζωή του δίχως αύριο. Ζει το κάθε παρόν σαν να είναι το τελευταίο του σήμερα. Είναι μοναδικό συναίσθημα κάθε μέρα, όταν κοιτάς εκεί, να ρωτάς τον εαυτό σου «Τι βλέπεις;» και να περιμένεις απάντηση. Να βλέπεις μέσα σε ένα κομμάτι γυαλί, τα πριν, τα μετά, τα έτσι, τους λόγους, τις αιτίες, τα αλλιώς, τα επειδή, αλλά απάντηση να μην παίρνεις.

Χαμογελάει είναι μια κίνηση του προσώπου που του θυμίζει πως είναι ακόμα ζωντανός. Είναι αυτή η κίνηση, που φέρνει στο μυαλό τις πιο πρόσφατες χαρούμενες στιγμές, που κινεί όλους τους μύες, που στέλνει διαφορετικές ηλεκτρικές ενοχλήσεις σε όλα τα κύτταρα. Είναι αυτή η πράξη που τον ξαναφέρνει πίσω στα εφηβικά του χρόνια, στην ηλικία που αισθάνεται.

Ο κυρ Νίκος δεν είναι ο συνηθισμένος παππούς. Ξεφεύγει απ’ τα καθιερωμένα και τα τετριμμένα, γι’ αυτόν το λόγο, δίνει πάντα αφορμή για πειράγματα στα καφενεία του νησιού. «Για πού το ‘βαλες πάλι μπάρμπα - Νίκο; Που ετοιμάζεσαι να πας αυτή τη φορά;» του έλεγαν κάθε φορά που τον συναντούσαν να περνά, οι γέροι στα καφενεία. Αυτός όμως δεν άκουγε τις ερινύες και βάδιζε πάντα το δρόμο του. Κοσμογυρισμένος, με τις δικές του φουρτούνες και θάλασσες. Τώρα είχε δέσει το δικό του κάβο πια και περίμενε ο καιρός να ξεσύρει την άγκυρα που του είχε ξεμείνει. Την άλλη την είχε χάσει πριν λίγα χρόνια, όταν έφυγε η γυναίκα του απ’ το «κακό».

Καλός άνθρωπος, φιλότιμος και νοικοκύρης, ο κυρ Νίκος, είχε χρόνια στην θάλασσα. Στην αρχή, απ’ τα γεννοφάσκια του κιόλας, ανέβαινε στο καΐκι του πατέρα του. Ξύλινο, μικρό, είχε ρίξει πλύσιμο στην κουβέρτα του… Μετά μπάρκαρε σε φορτηγό. Είχε τελειώσει τότε με το σχολειό και τα γράμματα. Στα δεκάξι του κιόλας, τα είχε παρατήσει όλα και πήγε τζόβενο στην ‘‘Αθηνά’’, ένα παλιό καρβουνιάρικο. Από τότε έχει το σημάδι στον δεξί του ώμο. Αυτό συμβαίνει πάντα με τους ναυτικούς η θάλασσα τους αφήνει το σημάδι της ‘‘αγάπης’’ της, χαραγμένο όχι μόνο στην ψυχή, αλλά και στο σώμα τους. Ήταν στο Νταρ της Αφρικής, όταν έσπασε το βίντσι και του ‘‘έγλυψε’’ την πλάτη. Σαν από θαύμα σώθηκε τότε.

Τρεις μεγάλες αγάπες είχε την κυρά του, που πιο ιερό δεν είχε, τους δυο του γιούς και το ψάρεμα. Ό,τι και να πει κανείς για να περιγράψει την αγάπη τούτου του ανθρώπου για τη γυναίκα του είναι πολύ λίγο. Κάθε πρωί και κάθε βράδυ, στην προσευχή του, παρακαλούσε το θεό του, να έχει καλά τη γυναίκα του και μετά εκείνον, τη γυναίκα του και τα παιδιά του.

Ήταν έτοιμος να φύγει. Είχε πάρει το βαλιτσάκι του, τις πετονιές του, τα πεταχτάρια, το δόλωμα και τη σπαστή καρέκλα και αφού πέρασε και από τον καθρέφτη, ήταν έτοιμος να αναχωρήσει. Αριστοκράτης σε κάτι τέτοια, να προσέξει κάθε λεπτομέρεια πριν βγει απ’ το σπίτι, τα ρούχα, τα μαλλιά, όλα. Μερακλής άνθρωπος, είχε ακόμα εκείνη τη βέσπα που ούτε κι εκείνος θυμάται από πότε, μα φάνταζε σαν καινούργια. Τι καινούργια, ντρεπόσουν να την ακουμπήσεις. Σε διπλή σακούλα τα ψαρικά, ανάμεσα στα πόδια και επόμενη στάση το αγνάντι.

Καθόταν ώρες στα βράχια, με το ραδιοφωνάκι του, την πίπα του και εκεί, να δολώνει και να μαζεύει. Τι ηρεμία αυτός ο άνθρωπος. Σου έβγαζε μια απίστευτη γαλήνη, πόσο μάλλον όταν ψάρευε. «Το ψάρι θέλει υπομονή, και όταν το ψαρεύεις, και όταν το ψήνεις, και όταν το τρως» έλεγε στον γιο του, όταν τον έπαιρνε μαζί του σαν ήταν παιδί. Μα αυτός, διάολος σκέτος, να σκαρφαλώνει σαν τον ταρζάν στα βράχια, στις πιο απόκρημνες γωνιές τους, να βουτάει από ψηλά και να νευριάζει τον πατέρα του, διώχνοντας τα ψάρια. Ό,τι κι αν του έκανε, ο κυρ Νίκος δεν είχε σηκώσει ποτέ χέρι πάνω του.

Νύχτωσε και χαμπάρι δεν πήρε πάλι. Πως περνάει έτσι αυτή η ώρα όταν κάνεις πράγματα που σ’ ευχαριστούν, ενώ μοιάζει αιώνας το κάθε λεπτό, όταν κάνεις κάτι που σε δυσαρεστεί. Για τον κυρ Νίκο πάντως, ό,τι κι αν έκανε, ο χρόνος ποτέ δεν του έφτανε. Με ό,τι καταπιάνονταν, το έκανε με αφοσίωση και περίσσιο μεράκι που όσες ώρες κι αν αφιέρωνε, του ήταν πάντα λίγες. Τι κι αν είχε πιάσει κοντά στα τρία κιλά ψάρια, δυο ροφουδάκια, μια σάλπα και ένα σκαθάρι, νόμιζε πως ακόμα δεν είχε περάσει δεκάλεπτο απ’ τη πρώτη δολωσιά. Κάθε τι μικρό που έπιανε, το ξανάριχνε στην θάλασσα. Το είχε μάθει απ’ τα ταξίδια του, κάπου στην Αφρική, πως για να γίνει μεγάλο ένα ψάρι, πρέπει να έχει μικρότερα για να φάει ή να μείνει στην θάλασσα όσο είναι μικρό. Έτσι κάνουν εκεί. Ό,τι είναι πιο μικρό απ’ το μπράτσο τους, το ξαναρίχνουν στην θάλασσα.

Είχε ψαρέψει σ’ όλο τον κόσμο, σε κάθε χώρα που είχε επισκεφτεί, σε κάθε λιμάνι, σε κάθε ράδα. Είχε δει κάθε λογής ψάρι, μέγεθος και χρώμα. Ήξερε πια, όλα τα κόλπα για να πιάνει κάθε λογής ψάρι και μαλάκιο, γιατί ρωτούσε όπου κι αν βρισκόταν τους ντόπιους, για τις διάφορες τεχνικές τους, για τα δολώματα που χρησιμοποιούσαν και γι’ άλλες τόσες λεπτομέρειες. Με θαυμαστή προσήλωση, καθόταν και τα σημείωνε σ’ ένα τετράδιο και μετά, με σχολαστικότητα, τα καθαρόγραφε στο ‘‘καλό’’ του το τετράδιο τι σχολικό κατάλοιπο και αυτό. Αν και δεν σκάμπαζε από γράμματα, ήταν φιλότιμος μαθητής και προσπαθούσε.

Μάζεψε λοιπόν τα πράγματά του, έβαλε και τα ψάρια σε μια σακούλα με λίγα παγάκια και γραμμή για να πάρει το γιο του απ’ το φροντιστήριο. Μαθητής τρίτης λυκείου, ακολουθώντας στα χνάρια του πατέρα του, ούτε κι εκείνος σκάμπαζε πολλά. Τουλάχιστον έτσι δήλωναν οι καθηγητές του τι άνθρωποι κι αυτοί. Καλό παιδί, πρόθυμο και εργατικό, έπιαναν τα χέρια του. Δούλευε με έναν μάστορα τα σαββατοκύριακα, φίλο του πατέρα του, για να του δείχνει τη δουλειά. Μικρός, σαν γεννήθηκε, οι γιατροί είπαν πως έπασχε από υδροκεφαλισμό και πως θα ήταν λίγο πιο ‘‘αργός’’ από τους συνομηλίκους του. Πολλές φορές, αυτό ήταν αιτία για πειράγματα, όπως κι αυτό το απόγευμα.

«Γιώργη, γιατί ρε φίλε δεν λύνεις καμιά άσκηση στα μαθηματικά;» «Γιατί ακόμα δεν έμαθε την πρόσθεση…», χαζογελούσαν οι συμμαθητές του την ώρα που ερχόταν ο πατέρας του. «Γιώργη!!», του φωνάζει, κι αυτός αρπάζει τη σάκα του και πηδάει στον κεραυνό. Έτσι την έλεγε τη βέσπα του πατέρα του χαϊδευτικά.

Είχαν τραβήξει πολλά, και αυτός και η γυναίκα του, για τον Γιώργη τους. Τι εξετάσεις, τι ταξίδια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για επισκέψεις σε γιατρούς, αλλά καμιά βελτίωση. Αυτοί δεν είχαν πρόβλημα, μιας και ο ‘‘πασάς’’ τους ήταν το καλύτερο δώρο που τους χάρισε η ζωή. Ήταν το αγγελούδι τους. Για εκείνον ό,τι κάνανε και για τον αδερφό του, για να μην έχουν πρόβλημα όταν εκείνοι θα φύγουν. Για να μπορεί να σταθεί στα πόδια του και να μην τον κοροϊδεύει κανείς τότε.

Ο κυρ Νίκος ήταν πολύ κουρασμένος. Έκατσε στο μπαλκόνι να αγναντέψει τη θάλασσα, να πιει το ουζάκι του και να φάει το μεζεδάκι του. Έβαλε στον γιο του να φάει το υπόλοιπο και του πρόσφερε ψωμί. Για ούζο, ούτε κουβέντα. Του απαγόρευε το αλκοόλ μπροστά του. Κάτσανε και οι δύο στο τραπέζι, ο ένας προς τα μέσα και ο άλλος προς τα έξω. Γι’ ακόμα ένα βράδυ δεν ανταλλάξανε πολλές κουβέντες. Ο Γιώργης εδώ και λίγο καιρό, ρωτούσε για τη μητέρα του, και ο κυρ Νίκος, δεν έβγαζε λέξη. Όποτε την έφερνε στον νου του, βούρκωνε, πιάνονταν η ανάσα του και αισθανόταν πως θα λυγίσει. Για να μιλήσει γι’ αυτήν, ούτε λόγος. Γι’ αυτό ο Γιώργης του κρατούσε μούτρα. Ήθελε να μάθει αν τον αγαπούσε, πως τον φώναζε και να του τραγουδήσει ένα νανούρισμα που θυμόταν μόνο το ρυθμό του.

Αφού τελείωσε ο μικρός το φαγητό, έφυγε με μια ξερή καληνύχτα και άφησε τον πατέρα του να χαζεύει τα άστρα. Γυρνούσε το βλέμμα του πότε στον Ωρίωνα, πότε στην Πούλια, πότε στην Κασσιόπη και τη μικρή Άρκτο. Μάλλον την είχε αρπάξει, γιατί είχε έναν πόνο στο στήθος απ’ την ώρα που γύρισε απ’ το ψάρεμα. Ξανανάβει το τσιμπούκι του και γυρίζει πάλι προς τον ουρανό. Κάπου σαν να θόλωσε το βλέμμα του και τ’ αστέρια άρχισαν να παίζουν το δικό τους παιχνίδι.

Άρχισαν να κρύβονται και να τρέχουν, να πηγαίνουν εδώ κι εκεί, και όλα μαζί να περιστρέφονται γύρω από ένα ίνδαλμα, εκείνο της κυράς του. Ήταν πανέμορφη, σ’ ένα αέρινο πορτοκαλί φόρεμα και τ’ άστρα, ήταν τα στρασάκια του. Σφίγγει τα δόντια και σηκώνεται απ’ την καρέκλα. Πάει δίπλα απ’ το κρεβάτι του μισοκοιμισμένου του γιού και του λέει : «Η μητέρα σου σ’ αγαπούσε, σ’ αγαπούσε πολύ, πιο πολύ και από εμένα. Εσένα και τον αδερφό σου σας είχε στην ίδια θέση με τον Άγιο Νικόλα. Ήταν αρχοντογυναίκα, ψηλή και νταρντάνα, η ωραιότερη του νησιού. Όταν περνούσε απ’ το λιμάνι, τα καστανά μαλλιά της ανέμιζαν και χάζευαν τους περαστικούς στους καφενέδες. Σε φώναζε ‘‘το αγγελούδι μου’’ και σ’ αγαπούσε με τέτοια αγάπη, όπως δεν έχει αγαπήσει ποτέ άλλη μάνα το γιο της. Και εγώ την αγαπούσα, κι εσένα σ’ αγαπώ, να το θυμάσαι αυτό. Θέλω να ξέρεις πως ό,τι κι αν συμβεί, εσύ είσαι ό,τι καλύτερο έχουν να δείξουν οι άνθρωποι στο θεό, γιατί είσαι γιος δικός μου και της μάνας σου. Να μην φοβηθείς ποτέ, κανέναν και τίποτα και ό,τι κι αν σου συμβεί, να σφίγγεις τα δόντια, να σηκώνεις το κεφάλι προς τον ουρανό, να βάζεις μπροστά τα δυο σου χέρια και να σηκώνεσαι. Να αγαπάς τον αδερφό σου και να μην χωρίσετε ποτέ. Να ξέρεις γιε μου, σ’ αγαπώ πιο πάνω κι απ’ τη ζωή μου. Αντίο…», πήρε μια βαθιά ανάσα και έφυγε…



0

Αντιφάσεις

Δεν ξέρω γιατί, αλλά αισθάνομαι πως πρέπει να γράψω. Νιώθω σαν να χρωστάω σε κάποιον ή να το οφείλω στον ίδιο μου τον εαυτό. Το μεγάλο θέμα μου όμως είναι ότι δεν ξέρω ούτε τι πρέπει να γράψω, μα ούτε και για ποιόν. Ν’ αρχίσω να μιλάω πάλι για μένα, καταντάει μονότονο, βαρετό, κουραστικό και εν τέλει εγωκεντρικό. Όχι δηλαδή ότι απέχει πολύ από την πραγματικότητα μιας κι ένα αίσθημα υπεροψίας το έχω.

Δεν ξέρω αν είναι σαν εμένα και οι υπόλοιποι, να αισθάνονται δηλαδή ότι έχουν ζήσει τόσα πολλά για την ηλικία τους. Νομίζω πως κάθε μέρα της ζωής μου είναι τόσο συγκλονιστική και μοναδική που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να ζήσει αυτά που εγώ έχω ζήσει. Αν κάτσεις όμως και το καλοσκεφτείς, θα παρατηρήσεις ότι κάθε άνθρωπος που έτυχε να γεννηθεί την ίδια ημέρα και ώρα με εμένα, έχει ζήσει ακριβώς τον ίδιο αριθμό ημερών με εμένα. Αν θεωρήσεις ότι κατά μέσο όρο, κοιμόμαστε το ένα τρίτο της ζωής μας, τότε έχουμε σίγουρα ζήσει ίδιο πλήθος ωρών. Αυτό σημαίνει πως δεν θα μπορούσα να ζήσω κάτι παραπάνω ή κάτι λιγότερο από αυτόν, από εσένα, από τον οποιονδήποτε.

Επιπλέον, δεδομένου ότι έχουμε ελεύθερη βούληση και την δυνατότητα να τις πραγματοποιούμε, ό,τι έχω καταφέρει, έχει καταφέρει και αυτός, ό,τι έχω επιλέξει να κάνω, έχει επιλέξει, και τέλος, ό,τι έχω αποφασίσει, έχει αποφασίσει. Σίγουρα δεν ζούμε δυο ζωές παράλληλες, τα ‘‘θέλω’’ και τα ‘‘πρέπει’’ μας διαφέρουν κατά πολύ, μα έχουμε πάρει τον ίδιο αριθμό αποφάσεων.

Για να μην γίνομαι κουραστικός, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κάποιοι, ενώ ζουν την κάθε μέρα τους, με τα προβλήματά τους, τις στιγμές χαράς και ευτυχίας αλλά και τις στιγμές πόνου, θεωρούν ότι ζουν κάτι λιγότερο ή περισσότερο από άλλους. Ότι δηλαδή κάποιες στιγμές έχουν μεγαλύτερο ειδικό βάρος από άλλες ή ότι τα προβλήματα μπορούν να συγκριθούν.

Ο καθένας μας ζει ό,τι αντέχει, κάνει ό,τι μπορεί, ονειρεύεται αυτό που επιθυμεί και προσπαθεί όσο του το επιτρέπουν οι συνθήκες. Έτσι, λοιπόν, εφόσον όλοι μας φτάνουμε στα όρια μας, εφόσον όλοι μας μοχθούμε όσο έχουμε ακόμα δύναμη εσωτερική και σωματική, είμαστε όλοι ίδιοι. Τι κι αν τα όριά μας είναι διαφορετικά; Τι κι αν διαφέρει η σωματική μας δύναμη ή η δύναμη των ‘‘θέλω’’ μας; Το πείσμα μας, μας κάνει να υπερβαίνουμε τον εαυτό μας και να κάνουμε υπεράνθρωπα πράγματα.

Έτσι, όλοι μας είμαστε ίδιοι, ίσοι απέναντι στον άλλο. Όλοι είμαστε ένα. Όλοι, ανεξαρτήτως χρώματος, εθνικότητας, ηλικίας, οικονομικής κατάστασης, καταγωγής, δεν διαφέρουμε από τους άλλους. Τότε γιατί υπάρχουν αυτές οι αντιθέσεις; Γιατί υπάρχει αυτή η εκμετάλλευση; Γιατί υπάρχει αυτός ο πόνος και η μιζέρια; Είναι ερωτήσεις που δεν κατάφερα ποτέ να απαντήσω και πλέον έχω πάψει ν’ αναρωτιέμαι, να ψάχνομαι και να ψάχνω να βρω απαντήσεις που να δικαιολογούν επαρκώς τέτοια φαινόμενα. Έχω πάψει πλέον να ελπίζω σε κάτι καλύτερο.

Τι τραγικό, στα είκοσι έξι μου να έχω χάσει την ελπίδα. Τι ειρωνεία, ένας νέος άνθρωπος, που θα έπρεπε να είναι γεμάτος όνειρα, ψυχική δύναμη για να κάνει την ανατροπή, γεμάτος ελπίδα και πάθος για το αύριο κυνηγώντας το όνειρό του, να πιστεύει μόνο στο σήμερα, να συμβιβάζεται με την υπάρχουσα κατάσταση και να έχει την δύναμη μόνο να σηκωθεί γι’ ακόμα μια μέρα από το κρεβάτι. Αλήθεια, δεν πιστεύω πως είμαι ο μόνος, ούτε και πως θα μείνω έτσι για πάντα.

Αλήθεια, τι μπορεί να γίνει αν όλοι όσοι αισθανόμαστε το ίδιο (και δεν είμαστε αμελητέα ποσότητα) ξεσηκωθούμε ξαφνικά, σαν πυροτέχνημα, αναζητώντας την ελπίδα για το αύριο ή ακόμα χειρότερα, απαιτώντας τα χαμένα μας «χθες»; Τι μπορεί να γίνει τότε, που όλοι εμείς που δεν έχουμε ούτε να χάσουμε κάτι μα ούτε και να κερδίσουμε, υψώσουμε το ανάστημά μας; Ποιες θα είναι οι κοινωνικές επιπτώσεις αν όλοι όσοι δεν φοβόμαστε να χάσουμε κάτι απ’ αυτά που έχουμε ή να κερδίσουμε κάτι απ’ αυτά που δικαιούμαστε, τα διεκδικήσουμε; Ρωτάω όλα αυτά γιατί θυμάμαι μια φράση που άκουσα κάποτε, ότι δηλαδή «το χειρότερο θηρίο, είναι ο άνθρωπος χωρίς ενδοιασμούς, αυτός που δεν ελπίζει σε κάτι καλύτερο ή χειρότερο, αυτός που δεν έχει ούτε να χάσει, ούτε να κερδίσει κάτι, αυτός που δεν φοβάται, ο αδίστακτος». Γιατί, όπως είπε και ο Καζαντζάκης, «Δεν φοβάμαι τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι ελεύθερος.».

Και κάπως έτσι ξεκινούν οι επαναστάσεις, από ανθρώπους μικρούς, από ανθρώπους ανήμπορους και ξεγραμμένους, με μόνο όπλο, τη δύναμη της ψυχής . Όλη η ενέργεια τους, ενώνεται σαν μια τεράστια πύρινη μπάλα και καταπνίγει στις φλόγες της ό,τι τολμήσει να μπει στο δρόμο της.

Τώρα θα πει κανείς, πως από αλλού ξεκίνησα και αλλού έχω φτάσει. Κι όμως, όλα έχουν το λόγο τους, το λόγο που δημιουργήθηκαν και υπάρχουν. Μπορεί άμεσα να μην μπορούμε να τον καταλάβουμε, αλλά σίγουρα θα φανεί κάποια στιγμή. Έτσι λοιπόν, θεωρώ πως πλέον είμαι σε μια περίοδο της ζωής μου, που είμαι ελεύθερος, ξεκομμένος από εμπάθειες, αντιπάθειες και προκαταλήψεις, ολοκληρωμένος από ό,τι έχω ήδη ζήσει και έχω καταφέρει, δίχως το αίσθημα μετάνοιας, χωρίς να χρωστάω συγγνώμη σε κάποιον άλλο πέρα του εαυτού μου. Μια συγγνώμη που ποτέ δεν θα πω, μια συγγνώμη που ποτέ δεν θα δεχτώ, μια συγγνώμη που ποτέ δεν θα ζητήσω, μια συγγνώμη που θα απαιτήσω.

Υ.Γ. Έρχεται ιστοριούλα, σαν το προηγούμενο…

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Λίστα ιστολογίων

Powered by Blogger. Theme: TheBuckmaker, Kredit online, Tyrol. Converted by Wordpress To Blogger for WP Blogger Themes. Sponsored by iBlogtoBlog.